κατασκευάζω


κατασκευάζω
(σκευαδ) готовлю, приготовляю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κατασκευάζω" в других словарях:

  • κατασκευάζω — equip pres subj act 1st sg κατασκευάζω equip pres ind act 1st sg κατασκευάζω equip pres subj act 1st sg κατασκευάζω equip pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκευάζω — κατασκευάζω, κατασκεύασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατασκευάζω — (AM κατασκευάζω Α και δωρ. τ. κατασκευῶ, όω) 1. σχηματίζω, φτειάχνω κάτι από κάποιο υλικό ή από διάφορα υλικά, δημιουργώ κάτι (α. «κατασκευάζω γέφυρα» β. «κατασκευάζω ἐπιτείχισμα ἐπὶ τὴν Ἀττικήν», Δημοσθ.) 2. επινοώ με δόλιους σκοπούς,… …   Dictionary of Greek

  • κατασκευάζω — [катаскэвазо] р. изготовлять, строить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κατασκευάζω — κατασκεύασα, κατασκευάστηκα, κατασκευασμένος 1. φτιάνω, σχηματίζω κάτι από κάποιο υλικό: Κατασκευάζει παπούτσια. 2. μηχανεύομαι, επινοώ: Κατασκεύασε μια ολόκληρη ιστορία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατασκευάζεσθε — κατασκευάζω equip pres imperat mp 2nd pl κατασκευάζω equip pres ind mp 2nd pl κατασκευάζω equip pres imperat mp 2nd pl κατασκευάζω equip pres ind mp 2nd pl κατασκευάζω equip imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) κατασκευάζω equip imperf ind mp 2nd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκευάζετε — κατασκευάζω equip pres imperat act 2nd pl κατασκευάζω equip pres ind act 2nd pl κατασκευάζω equip pres imperat act 2nd pl κατασκευάζω equip pres ind act 2nd pl κατασκευάζω equip imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) κατασκευάζω equip imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκευάζῃ — κατασκευάζω equip pres subj mp 2nd sg κατασκευάζω equip pres ind mp 2nd sg κατασκευάζω equip pres subj act 3rd sg κατασκευάζω equip pres subj mp 2nd sg κατασκευάζω equip pres ind mp 2nd sg κατασκευάζω equip pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκευάσει — κατασκευάζω equip aor subj act 3rd sg (epic) κατασκευάζω equip fut ind mid 2nd sg κατασκευάζω equip fut ind act 3rd sg κατασκευάζω equip aor subj act 3rd sg (epic) κατασκευάζω equip fut ind mid 2nd sg κατασκευάζω equip fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκευάσουσι — κατασκευάζω equip aor subj act 3rd pl (epic) κατασκευάζω equip fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) κατασκευάζω equip fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) κατασκευάζω equip aor subj act 3rd pl (epic) κατασκευάζω equip fut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκευάσουσιν — κατασκευάζω equip aor subj act 3rd pl (epic) κατασκευάζω equip fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) κατασκευάζω equip fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) κατασκευάζω equip aor subj act 3rd pl (epic) κατασκευάζω equip fut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)